Εφαρμογές της Χημειοπροφύλαξης σε Συμπαγείς Όγκους
Η στρατηγική της ανάπτυξης παραγόντων χημειοπροφύλαξης σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο όγκο πληροφοριών από την κατανόηση των μοριακών μηχανισμών της καρκινογένεσης έχουν δώσει ελπιδοφόρα αποτελέσματα σε πολλούς συμπαγείς όγκους. Στην παρούσα ανασκόπηση αναφέρονται οι εξελίξεις στο κομμάτι της χημειοπροφύλαξης όσον αφορά στα καρκινώματα του μαστού, του πνεύμονα και του παχέος εντέρου, τα οποία αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο ποσοστό κακοήθων όγκων.
(1) Καρκίνος πνεύμονα
Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο. Παρά την έντονη ερευνητική δραστηριότητα και τις εξελίξεις στη θεραπευτική των τελευταίων δεκαετιών, η πρόγνωση των ασθενών είναι ακόμη πτωχή και <15% από αυτούς θα ζήσουν 5 χρόνια μετά από την αρχική διάγνωση. Η άσχημη πρόγνωση αυτών των ασθενών οφείλεται κυρίως στην έλλειψη μεθόδων πρώϊμης διάγνωσης και ανεπαρκείς θεραπευτικές επιλογές για τη προχωρημένη νόσο.
Η χρήση καπνού είναι ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα και για αυτό το λόγο οι χρόνιοι καπνιστές χρησιμοποιούνται σαν ομάδα μελέτης σε κλινικές μελέτες χημειοπροφύλαξης. Η λογική της εφαρμογής της χημειοπροφύλαξης στον καρκίνο του πνεύμονα στηρίζεται σε δύο βασικές αρχές της βιολογίας του όγκου, στην πολυσταδιακή φύση της καρκινογένεσης και στη λεγόμενη “field cancerization”. Το 1953 ο Slaughter και οι συνεργάτες του εισήγαγαν τον όρο "field cancerization" για να περιγράψουν το φάσμα των ιστολογικών αλλοιώσεων που παρατηρούνται στο μακροσκοπικά φυσιολογικό επιθήλιο, γειτονικά του καρκινώματος εκ πλακώδους επιθηλίου, στη στοματική κοιλότητα και την περιοχή του λάρυγγα. Η εισαγωγή του όρου αυτού έδειξε ότι η παρουσία γενετικών ή φαινοτυπικών αλλαγών σε μία συγκεκριμένη περιοχή μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου σε ολόκληρο το επιθήλιο και μπορεί να συμβάλλει στην αναγνώριση εκείνων των ατόμων που έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Κλασσικό παράδειγμα του όρου αυτού είναι οι βλάβες που προκαλεί ο καπνός του τσιγάρου στο επιθήλιο του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και τους πνεύμονες. Η παρουσία διάχυτων προκαρκινικών βλαβών στο επιθήλιο του αναπνευστικού συστήματος συμβαδίζει και με την παρατήρηση ότι οι ασθενείς που επιβιώνουν από ένα καρκίνο αυτής της περιοχής έχουν μεγάλη πιθανότητα ανάπτυξης δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου πνεύμονα. Πληθώρα γενετικών και επιγενετικών γεγονότων συμβάλλουν σταδιακά στην καρκινογένεση του αναπνευστικού επιθηλίου. Η καταστολή ενός ή περισσοτέρων προ-διηθητικών σταδίων μπορεί να συμβάλλει στην πρόληψη ανάπτυξης καρκίνου.
Τα ρετινοειδή αποτελούν μία από τη σημαντικότερες ομάδες παραγόντων χημειοπροφύλαξης που αξιολογούνται συνολικά στην πρόληψη της καρκινογένεσης του αναπνευστικού επιθηλίου. Τα ρετινοειδή είναι μία ομάδα φυσικών και συνθετικών χημικών ουσιών, τα οποία δομικά μοιάζουν με τη βιταμίνη–Α, αλλά δεν έχουν απαραίτητα και όλες τις δράσεις της βιταμίνης–Α. Μέχρι το 1987 ήταν γνωστό ότι τα ρετινοειδή συμμετέχουν στη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης, χωρίς όμως να γνωρίζουμε το τρόπο που επιτυγχάνεται αυτή. Τη χρονιά αυτή, δύο ερευνητές με τους συνεργάτες τους, ανεξάρτητα μεταξύ τους, ανακάλυψαν τους υποδοχείς των ρετινοειδών. Mε την ανακάλυψη των υποδοχέων των ρετινοειδών άνοιξε ένα μεγάλο πεδίο έρευνας. Από τότε διάφοροι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δράση των ρετινοειδών στο μοριακό επίπεδο ρυθμίζεται μέσω των υποδοχέων τους, χωρίς όμως έως τώρα να έχει προσδιορισθεί ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους. Έως τώρα έχουν βρεθεί 6 πυρηνικοί υποδοχείς ρετινοειδών. Αυτοί είναι οι RAR (υπότυποι α, β, γ), οι οποίοι συνδέονται κυρίως με tRA ή 9–cis–RA και οι RXR (υπότυποι α, β, γ), οι οποίοι συνδέονται μόνο με 9–cis–RA. Oι υποδοχείς των ρετινοειδών είναι μέλη της υπεροικογένειας των πυρηνικών υποδοχέων. Επιδημιολογικά και εργαστηριακά δεδομένα υποστηρίζουν το ρόλο των ρετινοειδών στην πρόληψη της καρκινογένεσης του αναπνευστικού επιθηλίου. Ειδικότερα, τα ρετινοειδή σε έναν αριθμό κυτταρικών σειρών φαίνεται να επάγουν την κυτταρική διαφοροποίηση και να καταστέλλουν τον πολλαπλασιασμό (επιθηλιακά καρκινώματα, μελάνωμα, νευροβλάστωμα, λευχαιμίες, κ.α.), ενώ φαίνεται να καταστέλλουν την καρκινογένεση σε διάφορα πειραματικά μοντέλα. Η έως τώρα κλινική εμπειρία από τη χρήση των ρετινοειδών σε δερματολογικές παθήσεις (κυρίως σε ακμή και ψωρίαση), στη θεραπεία της οξείας προμυελοκυτταρικής λευχαιμίας (όπου αποτελεί και το κύριο παράδειγμα θεραπείας διαφοροποίησης σε κακοήθη νεοπλάσματα), αλλά και οι λίγες κλινικές μελέτες χημειοπροφύλαξης σε ασθενείς με προκαρκινικές και καρκινικές βλάβες ανέδειξαν δύο κυρίως προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα είναι οι παρενέργειες που προκαλούν τα υπάρχοντα ρετινοειδή και οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν αιτία διακοπής της θεραπείας. Το δεύτερο πρόβλημα είναι η ανθεκτικότητα που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της χορήγησής τους.
Αρκετές τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες χημειοπροφύλαξης με χρήση των έως τώρα υπαρχόντων ρετινοειδών ή φυσικών παραγώγων τους ολοκληρώθηκαν τα τελευταία χρόνια με αντικρουόμενα αποτελέσματα. Τυχαιοποιημένη φάσης ΙΙ μελέτη με χρήση ρετινοϊκού οξέος σε συστηματικούς καπνιστές έδειξε ότι η διακοπή του καπνίσματος είναι πιο σημαντική από το πραγματικό όφελος των ρετινοειδών. Δύο από τις σημαντικότερες μελέτες χημειοπροφύλαξης στον καρκίνο του πνεύμονα ήταν οι ATBC και CARET. Η ATBC μελέτη πραγματοποιήθηκε σε βαρύς καπνιστές και αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της χορήγησης β-καροτένιου και α-τοκοφερόλης, χωρίς όμως ανάδειξη σημαντικών αποτελεσμάτων. Αντίθετα, το β-καροτένιο βρέθηκε να σχετίζεται με στατιστικά σημαντική αύξηση της συχνότητας και της θνητότητας από καρκίνο πνεύμονα. Το αρνητικό αποτέλεσμα του β-καροτένιου επιβεβαιώθηκε από τη μελέτη CARET. Μία πιθανή εξήγηση της μη ανίχνευσης προστατευτικού ρόλου των ρετινοειδών στις μελέτες χημειοπροφύλαξης είναι ότι ο σημαντικότερος από τους υποδοχείς των ρεινοειδών, ο RARβ, φαίνεται να εμφανίζει ελαττωμένη έκφραση από τα αρχικά στάδια της καρκινογένεσης του αναπνευστικού επιθηλίου. Πολλοί μηχανισμοί έχουν προταθεί για αυτό το σημαντικό γεγονός, αλλά επιγενετικά γεγονότα, όπως διαταραχή της μεθυλίωσης και της ακετυλίωσης, φαίνεται να έχουν κεντρικό ρόλο.
Τα τελευταία 20 χρόνια έγινε προσπάθεια σύνθεσης και ανάπτυξης πολλών ρετινοειδών, χωρίς όμως ιδιαίτερη κλινική επιτυχία στην αντιμετώπιση των συμπαγών κακοήθων όγκων. Η σε βάθος κατανόηση της δράσης των ρετινοειδών στις διαδικασίες της επιθηλιακής διαφοροποίησης, κυτταρικής ανάπτυξης και απόπτωσης πιθανά θα αλλάξει ριζικά το σχεδιασμό νέων μορίων με βάση το μοριακό στόχο τους και άρα θα αυξήσει τις επιλογές των νέων παραγόντων χημειοπροφύλαξης σε πολλούς κακοήθεις όγκους, όπως είναι ο καρκίνος του πνεύμονα.
(2) Καρκίνος μαστού
O καρκίνος μαστού είναι ο συχνότερος καρκίνος στις γυναίκες. Aν και η πρώϊμη διάγνωση του καρκίνου του μαστού με τη χρήση της μαστογραφίας έχει μειώσει τη θνητότητα, η αποτελεσματικότητα της μεθόδου είναι πεπερασμένη. Μία εναλλακτική προσέγγιση μείωσης της θνητότητας από καρκίνο μαστού είναι η χρήση της χημειοπροφύλαξης. Ο έλεγχος της έκθεσης στα οιστρογόνα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην στρατηγική της χημειοπροφύλαξης του καρκίνου του μαστού. Πολλοί από τους γνωστούς παράγοντες κινδύνου σχετίζονται με την παρατεταμένη ή σε αυξημένα επίπεδα έκθεση σε οιστρογόνα (π.χ. πρώϊμη εμμηναρχή, καθυστερημένη εμμηνόπαυση ή μεγάλη ηλικία πρώτης κύησης). Έχει προταθεί ότι η επίδραση των οιστρογόνων συνδυάζεται με γενετική προδιάθεση (π.χ. μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1/2, σύνδρομο Li-Fraumeni) και άλλους παράγοντες, καθορίζοντας έτσι τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού.
H αξία της χημειοπροφύλαξης στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, μετά από τα αποτελέσματα τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών στον καρκίνο του μαστού. Η ταμοξιφένη και η ραλοξιφένη ανήκουν στους εκλεκτικούς τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων και αποδείχθηκαν αποτελεσματικοί χημειοπροφυλακτικοί παράγοντες για την πρόληψη του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με ποικίλους παράγοντες κινδύνου. Αν και οι δύο αυτές ουσίες έχουν αντι-οιστρογονική δράση στο μαστό, οι δράσεις τους στο ενδομήτριο και γενικά στο γενετικό σύστημα διαφέρουν. H ταμοξιφένη, σε αντίθεση με τη ραλοξιφένη, εμφανίζει οιστρογονική δράση στο γενετικό σύστημα με αποτέλεσμα μία μικρή αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου, με τη μεγαλύτερη επίπτωση σε γυναίκες ηλικίας άνω των 50 ετών, και μέτρια αύξηση των καλοήθων παθολογικών καταστάσεων του ενδομητρίου.
Η πρώτη κλινική παρατήρηση αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της ταμοξιφένης σαν παράγοντας χημειοπροφύλαξης έγινε πριν από 20 χρόνια, οπότε και περιγράφηκε μειωμένη συχνότητα ετερόπλευρου καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που ελάμβαναν αυτό το φάρμακο. H παρατήρηση αυτή επιβεβαιώθηκε και από μετέπειτα κλινικές μελέτες. H μεγαλύτερη μελέτη που αφορούσε τη ταμοξιφένη περιελάμβανε περισσότερες από 13.000 γυναίκες υψηλού κινδύνου που έλαβαν ταμοξιφένη για 5 χρόνια και μελετήθηκε ο κίνδυνος ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου. Η ταμοξιφένη όχι μόνο μείωσε σημαντικά την επίπτωση του καρκίνου του μαστού στην ομάδα των ασθενών που την έλαβαν, αλλά ήταν επίσης αξιοσημείωτα αποτελεσματική σε γυναίκες με ιστορικό in situ καρκινώματος ή άτυπης υπερπλασίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο παράγοντας αυτός μπορεί να προσφέρει στην πρόληψη της εξέλιξης των προκαρκινικών βλαβών σε διηθητικό καρκίνωμα. Άλλες τρεις κλινικές μελέτες ολοκληρώθηκαν ή είναι σε εξέλιξη και οι οποίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν την αρχική παρατήρηση ότι η χρήση ταμοξιφένης μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου μαστού με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς. Οι μελέτες όμως αυτές ανέδειξαν και το πρόβλημα των ανεπιθύμητων ενεργειών της ταμοξιφένης. Εκτός από τη δράση της στο ενδομήτριο, μία σειρά από ανεπιθύμητες ενέργειες αναδείχθηκαν, όπως η εμφάνιση καταρράκτη και ο κίνδυνος εμφάνισης θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Στην προσπάθεια ανεύρεσης κάποιου μορίου με παρόμοια δράση με τη ταμοξιφένη και λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες αναπτύχθηκε η ραλοξιφένη.
Η αρχική μελέτη που αφορούσε τη ραλοξιφένη (MORE) περιελάμβανε περισσότερες από 7.000 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, χωρίς άλλο παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού και προσέφερε σημαντική μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, ενώ παράλληλα δεν εμφανίσθηκαν πολλές από τις παρενέργειες της ταμοξιφένης. Τα αποτελέσματα της μελέτης MORE οδήγησαν στο σχεδιασμό μίας σειράς κλινικών μελετών. Ειδικότερα, ξεκίνησε η μελέτη CORE, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε τη συνέχεια της μελέτης MORE, καθώς κύριος σκοπός της είναι η αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά από συνολικά 8 χρόνια χορήγησης ραλοξιφένης σε δόση 60mg/d. H μελέτη RUTH κύριο στόχο έχει να αξιολογήσει εάν η ραλοξιφένη στην παραπάνω δόση μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων και διηθητικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Tέλος, η μελέτη STAR συγκρίνει τη δράση της ραλοξιφένης με αυτή της ταμοξιφένης όσον αφορά στη μείωση της συχνότητας του διηθητικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υψηλούς παράγοντες κινδύνου και ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη κατευθείαν συγκριτική μελέτη των δύο αυτών SERMs.
Η χρήση των ρετινοειδών αξιολογήθηκε και στην καρκινογένεση του μαστού και ειδικότερα ένα συνθετικό παράγωγο του ρετινοϊκού οξέος, η φενρετινίδη. Προκλινικά και κλινικά δεδομένα οδήγησαν στο σχεδιασμό μελέτης με χρήση φενρετινίδης σε γυναίκες ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου και ειδικότερα σε γυναίκες που είχαν υποβληθεί ήδη σε χειρουργική επέμβαση για καρκίνο του μαστού και άρα είχαν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου. Αξιοσημείωτα ήταν τα αποτελέσματα στην ομάδα των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών, δεδομένης της επιθετικότητας και της έντονης μεταστατικής συμπεριφοράς του προεμμηνοπαυσιακού καρκίνου του μαστού.
Άλλοι παράγοντες οι οποίοι πλέον μελετώνται σε κλινικές μελέτες χημειοπροφύλαξης στον καρκίνο του μαστού είναι οι αναστολείς αρωματάσης μετά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα που αφορούσαν στη θεραπεία της γενικευμένης νόσου, τη προεγχειρητική και συμπληρωματική του χειρουργείου θεραπεία, καθώς επίσης και οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης-2, οι οποίοι φαίνεται να έχουν πιθανή συνεργική δράση με τους αναστολείς αρωματάσης.
(3) Καρκίνος παχέος εντέρου
Τα καρκινώματα του παχέος εντέρου είναι το τελικό αποτέλεσμα μία σειράς ιστοπαθολογικών και μοριακών αλλαγών οι οποίες συμβάλλουν στη μετατροπή του φυσιολογικού εντερικού βλεννογόνου σε καρκίνωμα, με ενδιάμεσο στάδιο αυτό των αδενωματωδών πολυπόδων. Η μοριακή ανάλυση των αδενωμάτων και των καρκίνων του παχέος εντέρου ανέδειξε ένα γενετικό μοντέλο καρκινογένεσης, σύμφωνα με το οποίο η καρκινογένεση είναι μία μακροχρόνια πολυσταδιακή διαδικασία, που απαιτεί τη συσσώρευση πολλών γενετικών και φαινοτυπικών μεταβολών από το αρχικό έναυσμα της νόσου μέχρι τη τελική ανάπτυξη ενός διηθητικού καρκίνου. Η χημειοπροφύλαξη παρέχει τη δυνατότητα παρέμβασης σε αυτή τη διαδικασία με κύριο στόχο την αναστολή ή αναστροφή της ανάπτυξης των αδενωμάτων ή την ανάπτυξη καρκίνου από αδενώματα. Πρόσφατες μελέτες συστήνουν αυτή την θεραπευτική προσέγγιση σε ασθενείς με σύνδρομο οικογενούς πολυποδίασης (FAP) αλλά και σε υγιή άτομα χωρίς κάποιο γνωστό γενετικό σύνδρομο αλλά με ιστορικό σποραδικών πολυπόδων.
Οι κυριότεροι παράγοντες χημειοπροφύλαξης που έχουν δοκιμασθεί στο συγκεκριμένο τύπο νεοπλάσματος είναι οι ακόλουθοι:
(α) Ασπιρίνη και άλλα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)
Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η ασπιρίνη και τα ΜΣΑΦ έχουν την ικανότητα να μειώνουν την επίπτωση διαφόρων νεοπλασμάτων, όπως του παχέος εντέρου. Δύο ισομορφές της κυκλοοξυγενάσης (COX), κεντρικού ενζύμου στο μεταβολικό μονοπάτι των εικοσανοϊδών, ήσαν γνωστές έως πρόσφατα, η COX-1 και η COX-2, ενώ τελευταία δεδομένα αυξάνουν τον αριθμό τους. Η COX-1 παράγει συνεχώς προστανοειδή που είναι απαραίτητα για φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως είναι η προστασία του βλεννογόνου του πεπτικού συστήματος, η ρύθμιση της νεφρικής ροής του αίματος και η λειτουργία των αιμοπεταλίων. Αντίθετα, η COX-2 έχει παρατηρηθεί ότι υπερεκφράζεται συχνά σε ποικιλία προκαρκινικών βλαβών και κακοήθων νεοπλασμάτων. Ειδικότερα, έχει βρεθεί ότι υπερεκφράζεται σε περίπου 50% των αδενωμάτων και 85-90% των νεοπλασμάτων του παχέος εντέρου.
Προκλινικά και κλινικά δεδομένα έδειξαν ότι οι εκλεκτικοί αναστολείς του ενζύμου COX-2 (COXIBs) είναι ασφαλείς και αποτελεσματικοί για την πρόληψη και την υποστροφή των αδενωμάτων. Επιπλέον, αρκετά ελπιδοφόρα αποτελέσματα που προέκυψαν από προκλινικές μελέτες οδήγησαν στο σχεδιασμό κλινικών μελετών για την αξιολόγηση αυτών των παραγόντων στη θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου.
Πρόσφατα, μία μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη έδειξε ότι η σελεκοξίμπη (celecoxib) ελαττώνει τον αριθμό των πολυπόδων που εμφανίζονται σε ασθενείς με FAP και πλέον θεωρείται κομμάτι της θεραπευτικής αντιμετώπισης αυτών των ασθενών. Πάντως, δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία σχετικά με τη συμβολή αυτών των παραγόντων στη μείωση της επίπτωσης του καρκίνου του παχέος εντέρου. Επιπλέον, στην υπάρχουσα βιβλιογραφία παρατηρείται μία ανακολουθία των αποτελεσμάτων μεταξύ μεγάλων επιδημιολογικών μελετών που αναφέρουν μείωση της συχνότητας των θανάτων από καρκινώματα παχέος εντέρου με τη χρήση ασπιρίνης και ΜΣΑΦ και αυτών από τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με χρήση ασπιρίνης, σουλινδάκης, και COXIBs οι οποίες αναφέρουν ένα λιγότερο εντυπωσιακό αποτέλεσμα αναφορικά με τη μείωση της συχνότητας εμφάνισης αδενωμάτων ή υποστροφής του μεγέθους και του αριθμού τους. Πρώϊμα κλινικά αποτελέσματα σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο παχέος εντέρου έδειξαν ότι η χρήση COXIBs μπορεί να βελτιώσει της ανταποκρίσεις, καθώς και τις ανεπιθύμητες ενέργειες της χημειοθεραπείας, αν και πρόσφατες μελέτες αναφέρουν αντικρουόμενα αποτελέσματα.
Το μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον έχουν κλινικές μελέτες που είναι σε εξέλιξη και αξιολογούν τη χρήση των COXIBs στην πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου. Εξαιτίας της σημαντικής ομοιότητας στη βιολογία του FAP και του σποραδικού κολο-ορθικού καρκίνου, πολλοί πιστεύουν ότι θεραπευτικές στρατηγικές που είναι αποτελεσματικές σε ασθενείς με FAP μπορεί να έχουν ανάλογα αποτελέσματα σε ασθενείς με σποραδικά αδενώματα. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών που αναμένονται τα προσεχή χρόνια μπορεί να αλλάξουν ριζικά τη μακροχρόνια επίπτωση και θνητότητα του κολο-ορθικού καρκίνου.
(β) Φυλλικό οξύ
Αρκετά στοιχεία προτείνουν ότι αυξημένη κατανάλωση λαχανικών και φρούτων μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου. Το φυλλικό οξύ είναι ένα ιχνοστοιχείο το οποίο βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στα λαχανικά και τα φρούτα. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν μικρότερη επίπτωση κολο-ορθικού καρκίνου μεταξύ των ατόμων με αυξημένη κατανάλωση φυλλικού οξέος. Η ανάστροφη σχέση μεταξύ διατροφικών επιπέδων φυλλικού οξέος και κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου μπορεί να αλλάξει με τη λήψη αλκοόλ και άλλων παραγόντων που εμπλέκονται στο μεταβολισμό του φυλλικού οξέος, όπως είναι η μεθειονίνη και ορισμένες βιταμίνες. To φυλλικό οξύ και οι μεταβολίτες του έχουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία σύνθεσης και μεθυλίωσης του DNA. Έως τώρα τρεις μηχανισμοί έχουν προταθεί για να εξηγήσουν τη σχέση κατανάλωσης φυλλικού οξέος και εμφάνισης καρκίνου: αλλαγή της φυσιολογικής διαδικασίας μεθυλίωσης του DNA, διαταραχή της ισορροπίας των επιπέδων των πρόδρομων μορφών του DNA με αποτέλεσμα ανώμαλη σύνθεση και επιδιόρθωση και τέλος αλλαγές στη χρωματίνη και τα χρωμοσώματα. Πάντως, η ασφαλής και δραστική δόση φυλλικού οξέος καθώς και ο βέλτιστος τρόπος χορήγησής του δεν έχουν ακόμη καθορισθεί.
(γ) Ασβέστιο και Βιταμίνη-D
Δίαιτες πλούσιες σε ζωϊκά λίπη και κόκκινο κρέας σχετίζονται επιδημιολογικά με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αδενωμάτων και καρκίνου παχέος εντέρου. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δεν είναι γνωστός, αυτές οι δίαιτες αυξάνουν την παραγωγή δευτερογενών χολικών οξέων, τα οποία μπορεί να προκαλούν αυξημένο πολλαπλασιασμό του επιθηλίου του πεπτικού συστήματος ή να επάγουν το σχηματισμό όγκων όπως έχει φανεί σε ζωϊκά μοντέλα. Η χρήση ασβεστίου μπορεί να μειώνει την επίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου είτε λόγω άμεσης σύνδεσης με χολικά και λιπαρά οξέα στον εντερικό αυλό είτε λόγω άμεσης αναστολής του πολλαπλασιασμού των επιθηλιακών κυττάρων του εντερικού βλεννογόνου. Μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες σε ασθενείς με διαγνωσμένα αδενώματα παχέος εντέρου έδειξαν ότι η χρήση ασβεστίου συνοδευόταν από μία μέτρια αλλά στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου υποτροπής των αδενωμάτων, αν και υπάρχουν άλλες αναφορές με όχι τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Ο ρόλος του ασβεστίου στην καρκινογένεση του παχέος εντέρου συνδέεται άμεσα με τη βιταμίνη D, καθώς ο ενεργός μεταβολίτης της – 1,25(ΟΗ)2D3 – συμμετέχει στην εντερική απορρόφηση του ασβεστίου. Επιπλέον, η βιταμίνη D μέσω των πυρηνικών υποδοχέων της, οι οποίοι ανήκουν στην υπεροικογένεια των στεροειδών πυρηνικών υποδοχέων, συμμετέχει σε μία πληθώρα βιολογικών διεργασιών. In-vitro μελέτες έδειξαν ότι η βιταμίνη D3 και το ασβέστιο αναστέλλουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, επάγουν τη διαφοροποίηση και ενεργοποιούν την απόπτωση. Πρόσφατα δημοσιευμένη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη ανέδειξε τη συνεργική δράση του ασβεστίου και της βιταμίνης D στην πρόληψη υποτροπής αδενωμάτων του παχέος εντέρου.
Από και τα στοιχεία που υπάρχουν έως τώρα φαίνεται ότι η χρήση ασβεστίου και βιταμίνης D μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κολο-ορθικού καρκίνου. Πριν όμως από την ευρεία χρήση τους θα πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα θέματα, όπως για παράδειγμα η δοσολογία, η διάρκεια χορήγησης και η πιθανή απώτερη τοξικότητά τους.
(δ) Θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης
Η σχέση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης και επίπτωσης καρκίνου παχέος εντέρου έχει μελετηθεί σε αρκετές μελέτες. Τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση ορμονικής υποκατάστασης μειώνει σημαντικά τη θνητότητα από καρκίνο παχέος εντέρου, η ευεργητική δράση της διαρκεί τουλάχιστο μία πενταετία μετά τη διακοπή της, ενώ τα καρκινώματα που διαγιγνώσκονται στις γυναίκες που λαμβάνουν ορμονική υποκατάσταση είναι σε πιο προχωρημένο στάδιο. Η επίδραση της ορμονικής υποκατάστασης στο σχηματισμό αδενωμάτων έχει μελετηθεί σε πολύ λίγες μελέτες. Αν και τα αποτελέσματα είναι αντικρουόμενα, φαίνεται ότι η χρήση της πιθανά έχει προστατευτική δράση αναφορικά με το σχηματισμό μεγάλων αδενωμάτων (>1cm διάμετρο), ενώ φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής σε ηλικίες >60 ετών και για περιφερικά αδενώματα. Η ευεργητική δράση των οιστρογόνων στην καρκινογένεση του παχέος εντέρου φαίνεται ότι οφείλεται στη μείωση παραγωγής δευτερογενών χολικών οξέων, στην ελαττωμένη έκκριση αυξητικών παραγόντων, σε άμεση δράση στα επιθηλιακά κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου, σε μεταβολές της ινσουλίνης ή σε συνδυασμό όλων αυτών των μηχανισμών. Ειδικά όσον αφορά στην υπεργλυκαιμία και την υπερινσουλιναιμία φαίνεται ότι αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι τα οιστρογόνα, σε αντίθεση με τους παράγοντες που αναφέρθηκαν πριν, δρουν σε μεταγενέστερα στάδια της καρκινογένεσης του παχέος εντέρου.
(ε) Βιταμίνες, Αντιοξειδωτικές ουσίες, Φυτικές ίνες
Έχει προταθεί ότι ο προστατευτικός ρόλος της δίαιτας που είναι πλούσια σε φρούτα και λαχανικά σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητά της σε φυλλικό οξύ, αλλά και σε βιταμίνες με αντιοξειδωτικές ιδιότητες και φυτικές ίνες. Έως τώρα τα στοιχεία που προκύπτουν από μεγάλες προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες αλλά και μικρότερες σειρές δεν δείχνουν να υπάρχει προστατευτικός ρόλος από τη χρήση συμπληρωμάτων διατροφής με β-καροτένιο, βιταμίνες Α, C, D, ή E όσον αφορά στην πρόληψη της καρκινογένεσης του παχέος εντέρου. Παρόμοια είναι τα στοιχεία που προέκυψαν και σχετικά με τη χρήση φυτικών ινών σε σχέση με την επίπτωση του κολο-ορθικού καρκίνου αλλά και την πρόληψη ανάπτυξης αδενωμάτων του παχέος εντέρου.