Η μνήμη και η μάθηση αποτελούν θεμελιώδεις εγκεφαλικές λειτουργίες που επιτρέπουν στο άτομο να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του, να οικοδομεί την προσωπική του ιστορία ως μοναδικό πλάσμα, να διευρύνει το πολιτιστικό του υπόβαθρο και συνεπώς και τον πολιτισμό του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Η μνήμη και η μάθηση είναι αποτέλεσμα δράσης κυτταρικών και μοριακών μηχανισμών και μονοπατιών. Αν και στα θηλαστικά ποικίλες εγκεφαλικές περιοχές συμμετέχουν σε διακριτές μορφές μνήμης, οι κυτταρικοί μηχανισμοί που συμμετέχουν, από τις πιο απλές ως τις πιο σύνθετες μορφές μάθησης και μνήμης, είναι εξελικτικά υψηλά συντηρημένες και συνίστανται σε μικρής και μεγάλης διάρκειας αναδιατάξεις των νευρικών συνάψεων και κυκλωμάτων.

Το κύριο χαρακτηριστικό του νευρικού συστήματος είναι η εκπληκτική ικανότητά του να προσαρμόζεται στο περιβάλλον και να βελτιώνει την αποτελεσματικότητά του στο πεδίο της εμπειρίας αλλά και να εδραιώνει ή να αναδιατάσσει τις λειτουργίες του με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή η ιδιαίτερη ιδιότητα του νευρικού συστήματος ονομάζεται πλαστικότητα. Αφού οι αλλαγές του νευρικού συστήματος που προκαλούνται από περιβαλλοντικά ερεθίσματα είναι δυνατόν να επιμείνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ακόμη και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του ατόμου, είναι προφανές ότι η πλαστικότητα αντιπροσωπεύει υψηλές εγκεφαλικές λειτουργίες, όπως η μνήμη και η μάθηση. Η ενδογενής ικανότητα της πλαστικότητας του νευρικού επιτρέπει στις εμπειρίες του ατόμου να σχηματοποιήσουν δομικά και λειτουργικά το νευρικό του σύστημα.

Η πρώτη αναδιάταξη των νευρωνικών κυκλωμάτων καθοδηγείται από γενετικούς παράγοντες. Στη συνέχεια, τα νευρωνικά κυκλώματα αναπροσαρμόζονται συνεχώς και τροποποιούνται από τις εμπειρίες μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται επιγενετική ανάπτυξη. Οι συναπτικές συνδέσεις που δεν χρησιμοποιούνται γίνονται ολοένα και ασθενέστερες και τελικά εξαφανίζονται, σε αντίθεση με τις συνάψεις που γίνονται ολοένα και ισχυρότερες αλλά και περισσότερες εξ΄ αιτίας της συνεχούς χρήσης και λειτουργίας τους. Η διαδικασία της μάθησης επάγει αλλαγές σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο που διευκολύνουν τη νευρωνική επικοινωνία και είναι βασικές για την αποθήκευση της μνήμης. Αν η μάθηση επιφέρει αλλαγές στην ισχυροποίηση των συνάψεων, η επιμονή αυτών των αλλαγών καταδεικνύει τον τρόπο αποθήκευσης των πληροφοριών στη μνήμη.

Αν και αρκετά ερωτηματικά που αφορούν στη σχέση ανάμεσα στις ενδοκυτταρικές βιοχημικές διαδικασίες , την πλαστικότητα των νευρωνικών κυκλωμάτων και τη μνήμη και μάθηση παραμένουν, οι Νευροεπιστήμες είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προκλήσεις αυτές στο άμεσο μέλλον.

H Μοριακή Iατρική είναι μια διεπιστημονική προσέγγιση στην ανθρώπινη βιολογία που ενσωματώνει και εφαρμόζει τα νέα επιτεύγματα των βασικών βιοϊατρικών επιστημών καθώς και της βιοτεχνολογίας, τόσο στην κατανόηση όσο και στη διάγνωση και θεραπεία των ανθρώπινων ασθενειών.

H Mοριακή Iατρική εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται ή μπορεί να προληφθεί η ασθένεια στο κυτταρικό ή/και μοριακό επίπεδο. Και τα δύο αυτά πεδία αναπτύσσονται ραγδαία μέσω νέων εξελίξεων στους τομείς της έρευνας και των πρακτικών εφαρμογών.

Αποτελεί κλάδο της ιατρικής, που εφαρμόζοντας μεθόδους της Μοριακής και Κυτταρικής Βιολογίας, αναπτύσσει τρόπους για τη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών μέσω της κατανόησης της λειτουργίας των γονιδίων, των πρωτεϊνών καθώς και άλλων κυτταρικών μορίων. Η Μοριακή Ιατρική βασίζεται στην έρευνα που δείχνει πώς ορισμένα γονίδια, μόρια, καθώς και συγκεκριμένες κυτταρικές λειτουργίες μπορούν να διαφοροποιηθούν σε ασθένειες όπως ο καρκίνος και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Η περιγραφή της φυσιολογίας και της ασθένειας με μοριακούς όρους και η ικανότητα της ερμηνείας της ατομικής ευαισθησίας σε συγκεκριμένες ασθένειες, αποτελούν πλέον ένα συνεχώς επεκτεινόμενο πεδίο της ιατρικής επιστήμης, που θα πρέπει να ενσωματωθεί τόσο στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών όσο και στην εκπαίδευση των νέων ιατρών καθώς η Μοριακή Ιατρική δίνει έμφαση στην κατανόηση του ρόλου των μοριακών μηχανισμών και της γενετικής πληροφορίας στην υγεία αλλά και την ασθένεια.

Η ενσωμάτωση της μοριακής ιατρικής στην ιατρική πρακτική, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί με την εφαρμογή εξειδικευμένων προγραμμάτων κατάρτισης με σκοπό την ανάπτυξη δεξιοτήτων, που θα σχετίζονται με την ορθή διάγνωση, την αξιολόγηση της πρόγνωσης και στην πιθανή καλύτερη θεραπεία των ασθενών. Η εκπαίδευση αυτή αποτελεί μέρος μιας συνεχούς μαθησιακής διαδικασίας, που προσφέρει δυνατότητες κατανόησης των νέων εξελίξεων και αφομοίωσης αναδυόμενων τεχνολογιών στο μεταβαλλόμενο πεδίο της σύγχρονης ιατρικής.

Η σχέση του ανοσολογικού συστήματος με τον καρκίνο είναι γνωστή ήδη από την δεκαετία του 1950, όπως αντικατοπτρίζεται και στην παλιά πρακτική της μη ειδικής διέγερσης του ανοσολογικού συστήματος (π.χ. με BCG) για την αντιμετώπιση κάποιων μορφών καρκίνου (π.χ. νεφρού).

Την τελευταία εικοσαετία όμως ο ρόλος του ανοσολογικού συστήματος στον έλεγχο και την καταπολέμηση του καρκίνου έχει αναδειχθεί σε μέγιστης σημασίας και αποτελεί αντικείμενο έρευνας αιχμής, τόσο σε επίπεδο βασικής έρευνας, αλλά κυρίως για την κλινική εφαρμογή στην θεραπεία αλλά και την διάγνωση/πρόγνωση διαφόρων μορφών καρκίνου .

Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών έχουν ήδη οδηγήσει σε επιτυχημένες θεραπευτικές προσεγγίσεις που αποτελούν πλέον εγκαθιδρυμένη κλινική πρακτική, αλλά και σε πολλά υποσχόμενες κλινικές μελέτες που σε λίγα χρόνια θα αποτελούν και αυτές κλινική πρακτική. Οι κυτταροκίνες και τα μονοκλωνικά αντισώματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της θεραπευτικής φαρέτρας, ενώ άλλες μορφές ενεργητικής και παθητικής ανοσοθεραπείας βρίσκονται σε προχωρημένες κλινικές μελέτες παγκοσμίως.

Επιπλέον, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι το ανοσολογικό προφίλ των όγκων (γονιδιακό ή/και ανοσοϊστοχημικό προφίλ) φαίνεται να δίνει πολύ σημαντική προγνωστική πληροφορία τόσο για την έκβαση της νόσου, αλλά και την πρόβλεψη απάντησης στην χημειοθεραπεία, που σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. καρκίνος του εντέρου) φαίνεται να υπερέχει της κλασσικής ιστοπαθολογικής κατάταξης (σύστημα ΤΝΜ) και να προτείνεται ως συμπληρωματικό της (ανοσοκατάταξη, immunoscoring).

 

 

Η εκπαίδευση και η διδασκαλία στη μοριακή ιατρική είναι εντατική στους τομείς των βασικών ιατρικών επιστημών και αφορά σε μοριακούς τομείς των συνηθέστερων παθήσεων. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να εκπαιδεύονται σε βασικές θεματικές ενότητες της μοριακής βιολογίας, της κυτταρικής βιολογίας, στη βιοχημεία, στη γενετική και σε τομείς παρεμφερών ιατρικών επιστημών. Επιπλέον, οι εκπαιδευόμενοι προτείνεται να συμμετέχουν σε εξιδικευμένα σεμινάρια μοριακής παθοφυσιολογίας και επιστημονικές εκδηλώσεις (π.χ. βιβλιογραφικές ενημερώσεις) με σκοπό τη κατανόηση των παθογενετικών μηχανισμών των βασικότερων ασθενειών.

Άλλοι παράγοντες που συμβάλουν στην εκπαίδευση στη μοριακή ιατρική και τη βιοιατρική έρευνα περιλαμβάνουν την παρουσία έμπειρων εκπαιδευτών στη βασική και στη κλινική έρευνα, καθώς και έκθεση στη καθημερινή ιατρική πρακτική με τη συμμετοχή σε επισκέψεις σε ασθενείς αλλά και σε παθολογοανατομικές εκθέσεις.

Οι διδάσκοντες και οι εκπαιδευτές θα πρέπει να προέρχονται από πολλές ειδικότητες και τα θέματα των ερευνητικών προγραμμάτων και των διδακτορικών διατριβών προτείνεται να αφορούν τομείς της μοριακής ιατρικής που να είναι κοινοί στις πιο πολλές ειδικότητες.

Ο σκοπός είναι η εκπαίδευση επιστημόνων προκειμένου να είναι έτοιμοι να εργαστούν τόσο στο τομέα της βασικής έρευνας όσο και των κλινικών εφαρμογών, στη λεγόμενη “μεταβατική ζώνη ιατρικής έρευνας”. Η εκπαίδευση στη μοριακή ιατρική και τη βιοϊατρική έρευνα απευθύνεται σε φοιτητές ιατρικής και υποψήφιους διδάκτορες, αλλά και σε άλλους επιστήμονες όπως οι βιολόγοι και οι φαρμακοποιοί.

Η διδασκαλία και η εκπαίδευση στη μοριακή ιατρική και στη βιοϊατρική έρευνα είναι βασικός σκοπός του IMBE. Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορέσουν να οφεληθούν από την εκμάθηση νέων τεχνικών μοριακής ιατρικής και αυτοί μπορεί να είναι φοιτητές ιατρικής ή νέοι ιατροί που θα εξειδικευτούν σε ειδικότητες στις οποίες χρησιμοποιούνται αυτές οι τεχνικές. Αρχικά, θα αναρτηθούν αναλυτικές περιγραφές των μοριακών τεχνικών που χρησιμποποιούνται πιο συχνά στη καθημερινή ιατρική πρακτική.

Στη συνέχεια, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπειρία τις τεχνικές αυτές της μοριακής ιατρικής, θα οργανωθούν σχετικά σεμινάρια και κλινικά φροντιστήρια.

Newsletter

Εγγραφείτε στα Newsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι!
Συμφωνώ με την πολιτική απορρήτου

Επικοινωνία

Για οποιαδήποτε ερώτηση σας μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα παρακάτω στοιχεία.

 

Email: info@imibe.org